ΥΠΕΡΛΙΠΙΔΑΙΜΙΕΣ (ΧΟΛΗΣΤΕΡΙΝΗ - ΤΡΙΓΛΥΚΕΡΙΔΙΑ)

Ως δυσλιπιδαιμίες ή υπερλιπιδαιμίες αναφέρονται όλες εκείνες οι περιπτώσεις που διαταράσσονται οι τιμές των λιπιδίων του αίματος (χοληστερόλη / τριγλυκερίδια)

Ποιος ο ρόλος της χοληστερόλης και των τριγλυκεριδίων;
Η χοληστερόλη είναι απαραίτητη για τη ζωή αφού αποτελεί απαραίτητο συστατικό της κυτταρικής μεμβράνης ενώ αποτελεί και την χημική βάση πολλών ορμονών (κορτιζόλη, ανδρογόνα, οιστρογόνα). Απορροφάται μέσω τροφών αλλά παράλληλα συντίθεται και μέσα στο σώμα (ήπαρ, έντερο και κεντρικό νευρικό σύστημα συμμετέχουν ενεργά στη ενδογενή σύνθεση της χοληστερόλης). Τα τριγλυκερίδια πάλι είναι ζωτικής σημασίας αφού αποτελούν τη σπουδαιότερη πηγή ενέργειας για τους ιστούς και εν γένει για τον οργανισμό. Εντούτοις επί αυξημένων τιμών χοληστερόλης ή τριγλυκεριδίων ενδέχεται να έχουν και επιβλαβείς δράσεις, κυρίως στα αγγεία όπου επικάθονται, σχηματίζοντας έτσι αθηρωματικές πλάκες και συμμετέχοντας δραστικά στην εμφάνιση διαφόρων αγγειοπαθειών (στεφανιαία νόσος, περιφερικές αγγειοπάθειες, νόσος καρωτίδων κ.α.).

Πού οφείλονται οι υπερλιπιδαιμίες;
Η χοληστερόλη και οι λιποπρωτείνες που την μεταφέρουν αυξάνουν σε διάφορες καταστάσεις (πρωτοπαθείς και δευτεροπαθείς).
Η πρωτοπαθής υπερλιπιδαιμία οφείλεται κυρίως στο γενετικό υπόστρωμα (κατά 50%) και σε διατροφικούς παράγοντες (50%) (τροφές πλούσιες σε λίπος όπως λιπαρά κρέατα, τηγανητά, γαλακτοκομικά αυξημένων λιπαρών, γλυκά, αλλαντικά, κ.α.)
Η δευτεροπαθής υπερλιπιδαιμία οφείλεται είτε σε διάφορα νοσήματα που επηρεάζουν το λιπιδαιμικό προφίλ (σακχαρώδης διαβήτης, νεφροπάθειες και κυρίως νεφρωσικό σύνδρομο, αιμοκάθαρση, υποθυρεοειδισμός, ηπατοπάθειες, απόφραξη χοληδόχου ,παχυσαρκία και αλκοολισμός) είτε σε διάφορα φάρμακα (πχ κορτιζόνη, οιστρογόνα, διουρητικά, β-αποκλειστές κ.α.).

Τι είναι η (LDL) και η (HDL) χοληστερόλη;
Πρόκειται για λιποπρωτείνες (δηλαδή αποτελούνται από χοληστερόλη, και πρωτείνες που ονομάζονται απολιποπρωτείνες) και στην ουσία αποτελούν «οχήματα μεταφοράς» της χοληστερόλης (η χοληστερόλη από μόνη της είναι υδρόφοβη και δεν μπορεί να μεταφερθεί μέσα στην κυκλοφορία από μόνη της). Οι κυριότερες λιποπρωτείνες είναι η HDL, , η LDL , οι VLDL και τα χυλομικρά. Θα αναφερθούμε κυρίως στην HDL και LDL που απασχολούν κυρίως την καθημερινή κλινική πράξη.
Η HDL («καλή» χοληστερίνη όπως συνηθίζεται να λέγεται ευρέως στον κόσμο) μεταφέρει τη χοληστερόλη από τους περιφερικούς ιστούς (αρά και από τα αγγεία) προς το συκώτι προκειμένου να μεταβολιστεί.
Η LDL («κακή» χοληστερόλη) κάνει το αντίθετο, δηλαδή μεταφέρει τη χοληστερόλη από το συκώτι προς τους περιφερικούς ιστούς (και στα αγγεία) όπου και εναποτίθεται.

Γιατί η αυξημένη LDL (“κακή χοληστερόλη») είναι επικίνδυνη;
Η αυξημένη LDL είναι σχετίζεται ξεκάθαρα με αθηρωμάτωση των αγγείων και με αποτελεί ανεξάρτητο και σημαντικό παράγοντα κινδύνου για πρώιμη στεφανιαία νόσο, έμφραγμα μυοκαρδίου και άλλων καρδιαγγειακών προβλημάτων. Αυτή η συσχέτιση μάλιστα είναι γραμμική (όσο υψηλότερη η LDL , τόσο μεγαλύτερος ο καρδιαγγειακός κίνδυνος).Μάλιστα οι ασθενείς με υψηλή LDL που έχουν ήδη γνωστή στεφανιαία νόσο έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για κάποιο νέο καρδιακό επεισόδιο σε σχέση με τους στεφανιαίους ασθενείς που δεν έχουν υψηλή την LDL. Αντίθετα η μείωση της LDL μειώνει ξεκάθαρα τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο, έμφραγμα μυοκαρδίου ή άλλη περιφερική αγγειοπάθεια ενώ παράλληλα μειώνει και τον κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια, ενώ όσο πιο δραστική είναι η μείωση αυτή τόσο μεγαλύτερο το όφελος.
Εάν μαζί με την αυξημένη LDL συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες κινδύνου (σακχαρώδης διαβήτης, υπέρταση, κάπνισμα, θετικό οικογενειακό ιστορικό πρώιμης στεφανιαίας νόσου) τότε ο κίνδυνος για εμφάνιση στεφανιαίας νόσου και άλλων καρδιαγγειακών νοσημάτων πολλαπλασιάζεται και επομένως η προσπάθεια δραστικής μείωσής της είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητη.
Είναι φανερό επομένως ότι η υψηλή LDL αποτελεί ένα ξεκάθαρο και σημαντικότατο παράγοντα κινδύνου και αυτό την καθιστά ως τον κύριο στόχο στη θεραπεία της υπερλιπιδαιμίας (δηλαδή τα επίπεδα κυρίως της LDL θα καθορίσουν το αν θα λάβει και ποιά θεραπεία και σε τι δοσολογία ο ασθενής από το θεράποντα ιατρό του).

Γιατί η HDL χοληστερόλη θεωρείται «καλή»;
Η HDL χοληστερόλη έχει προστατευτικό ρόλο για το καρδιαγγειακό σύστημα και όσο υψηλότερη είναι τόσο περισσότερο προστατεύει από την δημιουργία αθηρωματικών πλακών αλλά και καρδιαγγειακών νοσημάτων . Αντιθέτως η χαμηλή HDL σχετίζεται με αυξημένη αθηρωμάτωση , αυξημένη επίπτωση καρδιαγγειακών νοσημάτων (πχ στεφανιαίας νόσου) και μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από αυτά. Η HDL αυξάνεται κυρίως με τη διακοπή του καπνίσματος και με την άσκηση. Πάντως παρόλη τη σημασία της HDL , δεν αποτελεί στόχο θεραπείας (δηλαδή δεν λαμβάνονται φαρμακευτικές θεραπευτικές παρεμβάσεις βάσει της HDL αλλά μόνο βάσει της LDL).

Τι είναι η λιποπρωτείνη LP(a) ;
Πρόκειται για μία λιποπρωτείνη που αποτελείται από σωματίδιο LDL το οποίο συνδέεται με μία άλλη πρωτείνη που λέγεται απολιποπρωτείνη (a). Έχει ρόλο ανάλογο με την LDL , και πάνω από το 70% της συγκέντρωσής της είναι γενετικά καθοριζόμενο (χρωμόσωμα 6). Αναφέρεται ξεχωριστά κυρίως διότι έχει φανεί ότι υψηλές τιμές αυτής της λιποπρωτείνης , επί υπερχοληστεριναιμίας, αποτελεί επιπλέον ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο και για έμφραγμα μυοκαρδίου και γενικότερα για αγγειακές στενώσεις και θρομβώσεις.

Ποιοί οι κίνδυνοι από την υπερτριγλυκεριδαιμία;
Τα αυξημένα τριγλυκερίδια φαίνεται πως επίσης αποτελούν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου για στεφανιαία νόσο. Μάλιστα η αύξηση των τριγλυκεριδίων συνοδεύεται συχνά και από μείωση της HDL ενώ η μείωση των τριγλυκεριδίων αυξάνει και την HDL. Οι φυσιολογικές τιμές τριγλυκεριδίων είναι <150 mg/dl. Σε επίπεδα πάνω από 1000 mg/dl αυξάνει δραματικά ο κίνδυνος και για οξεία παγκρεατίτιδα που αποτελεί μια ιδιαιτέρως σοβαρή κατάσταση

Ποιά η θεραπεία για τις υπερλιπιδαιμίες;
1) ΔΙΑΙΤΑ-ΑΣΚΗΣΗ-ΑΠΩΛΕΙΑ ΒΑΡΟΥΣ (παίζουν καθοριστικό ρόλο στη βελτίωση του λιπιδαιμικού profil). Ίσως τη σημαντικότερη θέση στη διατροφή παίζει η μείωση της πρόσληψης κεκορεσμένων λιπαρών οξέων. Επίσης βασικότατο ρόλο παίζει και το ποσό των καταναλώμενων θερμίδων (η κατανάλωση πολλών θερμίδων ημερησίως αυξάνει την LDL και μειώνει την HDL). Έτσι μία δίαιτα πτωχή σε κορεσμένα λιπαρά οξέα και πιο περιορισμένων θερμίδων βοηθά ιδιαίτερα στην καλύτερη ρύθμιση της χοληστερίνης (και κυρίως της LDL). Η μεσογειακού τύπου δίαιτα πρέπει να βρίσκεται στην κορυφή της διατροφικής πυραμίδας (ελαιόλαδο, όσπρια, φρούτα και λαχανικά, ψάρι και σύμπλοκοι υδατάνθρακες). Αποφυγή πρόχειρου φαγητού από ταχυφαγεία, αποφυγή κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας λιπαρών τυριών, αλλαντικών, τηγανητών και λιπαρών κρεάτων.
Επίσης η άσκηση εκτός του ότι μειώνει τον κίνδυνο για στεφανιαία νόσο , βελτιώνει και το λιπιδαιμικό profil (κυρίως ανεβάζει τα επίπεδα της HDL). Τέλος η απώλεια σωματικού βάρους βελτιώνει τα επίπεδα των λιποπρωτεινών και των τριγλυκεριδίων και φυσικά παρέχει σημαντική καρδιαγγειακή προστασία.
2) ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ. Είναι πολλές φορές που μόνο με τη δίαιτα δεν είναι εφικτή η μείωση των επιπέδων χοληστερίνης ή τριγλυκεριδίων στα επιθυμητά επίπεδα (καθότι συχνά υπάρχουν και γενετικά αίτια για την αυξημένη χοληστερίνη). Το πότε θα ξεκινήσει η φαρμακευτική αγωγή, με ποιο φάρμακο, σε τι δοσολογία και με ποιους στόχους θα καθοριστεί από το θεράποντα καρδιολόγο, βάσει των επιπέδων της LDL, της παρουσίας άλλων παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο, την τεκμηριωμένη παρουσία καρδιαγγειακών προβλημάτων (στεφανιαία νόσο, νόσο καρωτίδων, αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, περιφερική αγγειοπάθεια κ.α.) , την ηπατική λειτουργία και πολλούς άλλους παράγοντες.
Πολλοί ασθενείς με τεκμηριωμένη καρδιαγγειακή νόσο ή με διαβήτη έχουν ανάγκη για πολύ χαμηλότερες τιμές LDL σε σχέση με άλλους. Ειδικά στους αγγειακούς και στεφανιαίους ασθενείς η έναρξη υπολιπιδαιμικής αγωγής με στατίνες είναι θεμελιώδης , σχεδόν ανεξάρτητη από τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης.

Υπάρχουν κίνδυνοι από τα φάρμακα για την υπερλιπιδαιμία;
Τα φάρμακα για την υπερλιπιδαιμία (στατίνες/φιμπράτες) είναι αρκετά ασφαλή φάρμακα. Σε κάποιους ασθενείς εντούτοις ενδέχεται να επηρεάσουν την ηπατική λειτουργία και το μυικό σύστημα. Οι όποιες επιδράσεις είναι αναστρέψιμες και αποκαθίστανται πλήρως είτε με τη μείωση της δοσολογίας , είτε με τη διακοπή του φαρμάκου. Εξαιρετικά σπάνια μπορεί να προκύψει μία πιο σοβαρή κατάσταση που λέγεται ραβδομυόλυση (μαζική λύση των μυικών κυττάρων που ενδέχεται λόγω μυοσφαιρινουρίας να προκαλέσει και νεφρική νόσο).Αν κάποιος ασθενής μετά την έναρξη υπολιπιδαιμικής αγωγής αρχίζει να αισθάνεται μυική κόπωση ή σπανιότερα πόνους στους μυς καλό είναι να το αναφέρει στο θεράποντα ιατρό του. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες πριν την έναρξη της αγωγής πρέπει να διενεργείται αιματολογικός έλεγχος (τρανσαμινάσες και CPK) όπως και μετά την έναρξη της αγωγής προκειμένου να είμαστε βέβαιοι για την ασφάλεια των φαρμάκων που χορηγούμε.