ΚΑΡΔΙΑΚΗ ΑΝΕΠΑΡΚΕΙΑ

Τί είναι η καρδιακή ανεπάρκεια (συστολική και διαστολική);
Η καρδιά έχει 2 φάσεις λειτουργίας (διαστολή και συστολή) . Κατά τη διαστολή η καρδιά χαλαρώνει προκειμένου να υποδεχτεί το αίμα. Κατά τη συστολή συσπάται προκειμένου να εξωθήσει το αίμα προς τους πνεύμονες και προς την περιφερικούς ιστούς. Φυσιολογικά εξωθεί πάνω από το 50%-60% του αίματος που περιέχει (κλάσμα εξώθησης > 50%). Ως συστολική καρδιακή ανεπάρκεια ονομάζεται η καρδιακή ανεπάρκεια που οφείλεται σε διαταραγμένη συστολική λειτουργία της καρδιάς με αποτέλεσμα την μη ικανοποιητική εξώθηση αίματος προς την περιφέρεια. (Κλάσμα εξώθησης αριστεράς κοιλίας <50%).
Ως διαστολική καρδιακή ανεπάρκεια ονομάζεται εκείνη η οντότητα όπου η κλινική συμπτωματολογία καρδιακής ανεπάρκειας οφείλεται στη διαταραγμένη διαστολική λειτουργία , ενώ η συστολική λειτουργία είναι ικανοποιητική (δηλαδή κλάσμα εξώθησης >50%) .

Ποιά τα κυριότερα αίτια της καρδιακής ανεπάρκειας;
Τα κυριότερα αίτια είναι η στεφανιαία νόσος (με ή χωρίς έμφραγμα του μυοκαρδίου) και η αρτηριακή υπέρταση. Από εκεί και πέρα σημαντικές αιτίες είναι οι βαλβιδοπάθειες , οι αρρυθμίες (πχ ταχεία κολπική μαρμαρυγή), οι μυοκαρδιοπάθειες (πχ διατατική, περιοριστική , υπερτροφική), νοσήματα του αναπνευστικού (υπνική άπνοια, χρονία αποφρακτική πνευμονοπάθεια κ.α.), οι συγγενείς καρδιοπάθειες, η παχυσαρκία, ο σακχαρώδης διαβήτης, η χρόνια αναιμία, ενδοκρινικά νοσήματα (υποθυρεοειδισμός, υπερθυρεοειδισμός, νόσος Cushing κ.α.), η κατάχρηση αλκοόλ ,η νεφρική ανεπάρκεια, διηθητικές νόσοι της καρδιάς, όγκοι της καρδιάς κ.α.

Ποιες οι κυριότερες εκδηλώσεις της καρδιακής ανεπάρκειας;
-Δύσπνοια. Συνήθως εμφανίζεται στην προσπάθεια αλλά σε χειρότερες περιπτώσεις μπορεί να εμφανίζεται και κατά την κατάκλιση (είτε άμεσα μόλις ξαπλώσει ή να αφυπνίζει τον ασθενή). Μερικές φορές συνυπάρχει συρρίττουσα αναπνοή και βήχας. Σε ταχεία εξέλιξη (πχ σε εγκατάσταση οξέος έμφραγματος μυοκαρδίου) ή σε προοδευτικές περιπτώσεις που δεν αναζήτησαν ιατρική βοήθεια μπορεί να εξελιχθεί και σε οξύ πνευμονικό οίδημα.
-Αδυναμία, εύκολη κόπωση, δυσανεξία στην προσπάθεια και τελικά αυτοπεριορισμός της δραστηριότητας εκμέρους του ασθενούς
-Ωχρότητα (επί μειωμένης παροχής αίματος προς τους περιφερικούς ιστούς)
-Οιδήματα (πρήξιμο) κάτω άκρων ( σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις μπορεί να εμφανίζεται ακόμα και στα γεννητικά όργανα ή στην κοιλιακή χώρα ενώ σε κατακεκλιμένους ασθενείς μπορεί το οίδημα να εμφανίζεται περισσότερο στη ράχη). Εκτός από τα περιφερικά οιδήματα είναι δυνατόν να υπάρχει πλευριτική συλλογή (δηλαδή παρουσία υγρού στο σάκκο που περιβάλλει τους πνεύμονες) και ασκιτική συλλογή (συλλογή υγρού μέσα στην κοιλιά).
-Κοιλιακός πόνος , κυρίως στο δεξί υποχόνδριο και στο επιγάστριο (λόγω συμφόρησης του ήπατος) και συχνά ένα αίσθημα κοιλιακού μετεωρισμού (φουσκώματος). Επίσης η κοιλία μπορεί να είναι διατεταμένη λόγω παρουσίας ασκιτικού υγρού.

Ποιοι οι κίνδυνοι επί καρδιακής ανεπάρκειας;
Ο σημαντικότερος κίνδυνος είναι ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος (αφορά ασθενείς με συστολική δυσλειτουργία και οφείλεται σε επικίνδυνες για τη ζωή αρρυθμίες). Επίσης μια πολύ επικίνδυνη και θορυβώδης κατάσταση είναι το πνευμονικό οίδημα (το οποίο χρήζει άμεσης νοσοκομειακής αντιμετώπισης). Επίσης ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια είναι πιο ευεπίφοροι σε αρρυθμίες ενώ ενδέχεται να εκδηλώσουν θρομβοεμβολικά επεισόδια (είτε λόγω κολπικής μαρμαρυγής , είτε λόγω παρουσίας θρόμβου εντός της αριστεράς κοιλίας). Η αναιμία και η νεφρική ανεπάρκεια αρκετά συχνά επιπλέκουν τη χρόνια καρδιακή ανεπάρκεια και φυσικά επιδεινώνουν ακόμα περισσότερο την κλινική κατάσταση του ασθενούς. Η καχεξία και η απίσχναση παρουσιάζονται συχνά στα τελικά στάδια της καρδιακής ανεπάρκειας. Επίσης οι ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια είναι πιο ευπαθείς σε λοιμώξεις (και για αυτό πρέπει να εμβολιάζονται τόσο για τη γρίππη όσο και για τον πνευμονιόκοκκο) ενώ μία σημαντική παράμετρος είναι και η κατάθλιψη που εμφανίζεται σε αρκετούς ασθενείς με σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια. Συμπερασματικά η καρδιακή ανεπάρκεια αυξάνει τη νοσηρότητα και τις νοσηλείες, περιορίζει τη δραστηριότητα των ασθενών επηρεάζοντας έτσι την ποιότητα ζωής τους και φυσικά αυξάνει τη θνητότητα

Πώς διαγιγνώσκεται η καρδιακή ανεπάρκεια;
Η καρδιακή ανεπάρκεια πρωτίστως είναι μία κλινική οντότητα. Αυτό σημαίνει ότι ήδη από το ιστορικό και την κλινική εξέταση μπορεί ο κλινικός καρδιολόγος να υποπτευτεί τη νόσο. Ως προς το διαγνωστική προσέγγιση αρχικά η ακτινογραφία θώρακος και το ηλεκτροκαρδιογράφημα μπορεί να μας δώσουν πολλές χρήσιμες πληροφορίες .
Από εκεί και πέρα, θεμελιώδη ρόλο στη διάγνωση και παρακολούθηση της καρδιακής ανεπάρκειας έχει ο υπέρηχος – triplex καρδιάς καθότι μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες για τη συστολική και διαστολική λειτουργία της καρδιάς , μας βοηθά να ξεκαθαρίσουμε εάν τα συμπτώματα που αναφέρει ο ασθενής είναι καρδιακής αιτιολογίας (πχ δύσπνοια ή οιδήματα δεν έχουμε μόνο στην καρδιακή ανεπάρκεια) , μας δίνει δυνατότητα αρκετά αξιόπιστων μη επεμβατικών αιμοδυναμικών μετρήσεων ενώ συχνά μας βοηθά να προσδιορίσουμε και την αιτία της καρδιακής ανεπάρκειας (πχ βαλβιδοπάθειες, στεφανιαία νόσο κ.α.).
Κατά περίπτωση σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει και η μαγνητική καρδιάς , η ραδιοσιοτοπική κοιλιογραφία, η κοιλιογραφία στο αιμοδυναμικό εργαστήριο. Επίσης , ειδικά σε περιπτώσεις δύσπνοιας σημαντική βοήθεια μας δίνει και η μέτρηση ειδικών αιματολογικών δεικτών καρδιακής ανεπάρκειας (πχ BNP κ.α).
Από εκεί και πέρα και ειδικά επί συστολικής καρδιακής ανεπάρκειας πολλές φορές πρέπει να γίνει και διερεύνηση για πιθανή υποκείμενη στεφανιαία νόσο (με στεφανιογραφία) αφού όπως ειπώθηκε και πριν το κυριότερο αίτιο συστολικής καρδιακής ανεπάρκειας είναι η στεφανιαία νόσος (εκτός και αν υπάρχει απόλυτη βεβαιότητα για άλλο αίτιο ή δεν το επιτρέπουν άλλοι παράγοντες).

Πώς αντιμετωπίζεται η καρδιακή ανεπάρκεια;
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της καρδιακής ανεπάρκειας έχει πολλαπλά επίπεδα και επιδιώξεις (ύφεση συμπτωμάτων, μείωση νοσηρότητας και θνητότητας, βελτίωση της ποιότητας ζωής, πρόληψη αιφνιδίου θανάτου, βελτίωση της συστολικής λειτουργίας , αντιμετώπιση του αιτιολογικού παράγοντα κ.α.) και εξατομικεύεται βάσει πολλών παραμέτρων και κριτηρίων
Πρώτα από όλα ο ασθενής με καρδιακή ανεπάρκεια πρέπει οπωσδήποτε να να περιορίσει δραστικά την πρόσληψη άλατος, να μειώσει το σωματικό του βάρος (εφόσον είναι παχύσαρκος), να ρυθμίσει την αρτηριακή του πίεση (εφόσον είναι υπερτασικός), να μπει σε σταδιακή διαδικασία άσκησης , να έχει καλή συμμόρφωση με τα φάρμακα , να τηρεί την τακτική επικοινωνία με το θεράποντα ιατρό του, να διακόψει το κάπνισμα και γενικότερα να προβεί σε μια σειρά υγιεινοδιαιτητικών παρεμβάσεων και αγωγής ζωής που θα δράσουν ευεργετικά στην κλινική καρδιακή του ανεπάρκεια.
Υπάρχουν διάφορα που βελτιώνουν τα συμπτώματα (πχ τα διουρητικά, κ.α.) αλλά και φάρμακα που συν τοις άλλοις παρεμβαίνουν στην παθοφυσιολογία και τη φυσική ιστορία της καρδιακής ανεπάρκειας μειώνοντας έτσι τη νοσηρότητα αλλά και τη θνητότητα (πχ ΑΜΕΑ/ARBs, β-αποκλειστές, σπειρονολακτόνη κ.α.).
Ως προς την αντιμετώπιση των αιτιών , η επεμβατική αντιμετώπιση της πιθανής υποκείμενης στεφανιαίας νόσου, η φαρμακευτική ρύθμιση της υψηλής αρτηριακής πίεσης, η αντιμετώπιση των ταχυαρρυθμιών ή βραδυαρρυθμιών που ενδέχεται να προκάλεσαν την καρδιακή ανεπάρκεια, η επεμβατική αντιμετώπιση των βαλβιδοπαθειών , η αντιμετώπιση των χρόνιων αναπνευστικών προβλημάτων (πχ ειδική μάσκα για την υπνική άπνοια, εισπνεόμενα για την αποφρακτική πνευμονοπάθεια κ.α.) και μία σειρά από άλλες παρεμβάσεις θα λειτουργήσουν ευεργετικά για τον ασθενή με καρδιακή ανεπάρκεια και ενδέχεται και να τον θεραπεύσουν (μερικώς ή ολικώς) από την νόσο.
Από εκεί και πέρα , για ειδικές περιπτώσεις ανθεκτικής καρδιακής ανεπάρκειας που πληρούν συγκεκριμένα και αυστηρά κριτήρια υπάρχουν και άλλες επεμβατικές λύσεις όπως η τοποθέτηση αμφικοιλιακού βηματοδότη, η τοποθέτηση ειδικών συσκευών (LVAD, BiVAD) ή ακομα και η μεταμόσχευση καρδιάς ενώ για την πρόληψη του αιφνιδίου θανάτου (πρωτογενή ή δευτερογενή) εφόσον πληρούνται κριτήρια σημαντικό ρόλο παίζει και η τοποθέτηση εμφυτεύσιμου απινιδωτή.