ΑΡΤΗΡΙΑΚΗ ΥΠΕΡΤΑΣΗ

Τί ορίζεται ως αρτηριακή υπέρταση;
Η αρτηριακή πίεση αποτελείται από 2 συνιστώσες. Τη συστολική πίεση (την κοινώς επονομαζόμενη «μεγάλη») και τη διαστολική πίεση («μικρή»). Ως αρτηριακή υπέρταση ονομάζεται οποιαδήποτε τιμή της συστολικής πίεσης ίση ή μεγαλύτερη του 140mmHg και της διαστολικής πίεσης ίση ή μεγαλύτερη του 90mmHg.
Πώς μετράμε την αρτηριακή πίεση ;
Σε καθιστή θέση, για τουλάχιστον 5 λεπτά και σε ήρεμο περιβάλλον. Εάν έχει προηγηθεί σωματική κόπωση ή ψυχοσυναισθηματικό stress πρέπει να περιμένει πρώτα ο ασθενής να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί (πχ για 15 -30 λεπτά) και μετά να κάνει τη μέτρηση. Καλό είναι να μην έχει προηγηθεί ούτε κατανάλωση καφέ (τουλάχιστον 1 ώρα πριν).
Το χέρι θα είναι ακουμπισμένο οριζόντια ,σε κάποια σταθερή επιφάνεια (πχ σε τραπέζι ή στο μπράτσο της πολυθρόνας) , χαλαρό χωρίς να βάζει δύναμη ή να σφίγγει τη γροθιά, και στο ύψος περίπου της καρδιάς.
Για μεγαλύτερη ακρίβεια μπορεί να γίνουν πάνω από 1 μέτρηση (συνήθως 2-3 μετρήσεις) με διαφορά 2 λεπτών μεταξύ τους (συχνά η πρώτη μέτρηση είναι πιο υψηλή για διάφορους λόγους).Θα λαμβάνετε υπόψιν κυρίως τις επόμενες μετρήσεις και όχι την πρώτη.

Πόσο συχνά εμφανίζεται η αρτηριακή υπέρταση;
Η αρτηριακή υπέρταση είναι εξαιρετικά συχνή παθολογική οντότητα, αφού εμφανίζεται στο 30-45% του συνολικού πληθυσμού. Όσο αυξάνεται η ηλικία τόσο πιο συχνή είναι η εμφάνιση υπέρτασης (πχ σε ηλικίες άνω των 70 ετών εμφανίζεται ποσοστό πάνω από 70%).

Πού οφείλεται η αρτηριακή υπέρταση;
Σε ποσοστό πάνω από το 95% των υπερτασικών δεν υφίσταται κάποια γνωστή υποκείμενη αιτία (ιδιοπαθής υπέρταση). Στους υπόλοιπους υπερτασικούς υπάρχει συγκεκριμένη υποκείμενη οργανική πάθηση (δευτεροπάθης υπέρταση) , όπως πχ θυρεοειδοπάθειες, νοσήματα επινεφριδίων, νεφρολογικά νοσήματα, στένωση ισθμού αορτής κτλ.

Για ποιο λόγο είναι επικίνδυνη η αρτηριακή υπέρταση;
Η αρτηριακή υπέρταση αποτελεί μείζονα παράγοντα κινδύνου για :
1) Αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (το 77% των εγκεφαλικών οφείλονται στην υπέρταση). Επίσης μπορεί να προκαλέσει σιωπηλές μικροαγγειακές βλάβες στον εγκέφαλο που σταδιακά ενδέχεται να οδηγήσουν σε άνοια και σε γνωσιακή δυσλειτουργία της μεγάλης ηλικίας.
2) Οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και άλλες μορφές στεφανιαίας νόσου. Παράλληλα αυξάνει και τον κίνδυνο αιφνιδίου καρδιακού θανάτου.
3) Καρδιακή ανεπάρκεια ( συστολική και διαστολική). Μάλιστα κάποιες φορές η εντελώς αρρύθμιστη αρτηριακή πίεση μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε πνευμονικό οίδημα .
4) Νεφρική ανεπάρκεια
5) Ανεύρυσμα της θωρακικής αορτής (διαχωρισμό/ρήξη)
6) Περιφερική αγγειοπάθεια, υπερτασική οφθαλμοπάθεια (αμφιβληστροειδοπάθεια)
7) Αυξάνει τις εισαγωγές στα νοσοκομεία για διάφορους καρδιαγγειακούς λόγους και τη θνητότητα. Για κάθε αύξηση 20 mmHg της συστολικής πίεσης ή 10 mmHg της διαστολικής, διπλασιάζεται η θνησιμότητα από καρδιαγγειακά αίτια.

Ποιοι ασθενείς με υπέρταση κινδυνεύουν περισσότερο;
1) Οι ασθενείς με υψηλότερα επίπεδα αρτηριακής πίεσης (όσο υψηλότερα τόσο πιο επικίνδυνα)
2) Εκείνοι με αρρύθμιστη υπέρταση χωρίς θεραπεία για μεγάλο διάστημα (όσο αργότερα τόσο χειρότερα)
3) Οι ασθενείς με υποκλινικές βλάβες σε όργανα στόχους λόγω της υπέρτασης (πχ υπερτροφία μυοκαρδίου, μικρολευκωματουρία κ.α.)
4) Οι ασθενείς με ήδη εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο (έμφραγμα , καρδιακή ανεπάρκεια, εγκεφαλικό) ή νεφρική νόσο (νεφρική ανεπάρκεια, λευκωματουρία)
5) Οι διαβητικοί ασθενείς αλλά και εκείνοι που έχουν και άλλους συσσωρευμένους παράγοντες κινδύνου (κάπνισμα, υπερλιπιδαιμία, παχυσαρκία, θετικό οικογενειακό ιστορικό για πρώιμη στεφανιαία νόσο κ.α.). Ειδικά ο συνδυασμός σακχαρώδους διαβήτου και υπερτάσεως είναι εξαιρετικά επικίνδυνος και φθοροποιός για το καρδιαγγειακό σύστημα και αυξάνει πολλαπλασιαστικά τον κίνδυνο για κάποιο μείζον καρδιαγγειακό επεισόδιο.

Ποιος ο ρόλος του καρδιολόγου στον υπερτασικό ασθενή;
Η καρδιολογική εκτίμηση σε έναν υπερτασικό ασθενή είναι πολύτιμη και αναντικατάστατη για τους εξής λόγους :
1) Ένα μεγάλο μέρος των επιπλοκών της υπέρτασης αφορούν την καρδιά, την αορτή και τα στεφανιαία αγγεία. Ο καρδιολόγος πέραν της συνολικής κλινικής εκτίμησης έχει τη δυνατότητα και πιο εξειδικευμένου ελέγχου του καρδιαγγειακού συστήματος (ηλεκτροκαρδιογράφημα, υπέρηχος –triplex καρδιάς, δοκιμασία κοπώσεως, holter ρυθμού και πίεσης) και επομένως είναι σε θέση να διαγνώσει ή να αποκλείσει εάν έχουν γίνει καρδιαγγειακές επιπλοκές ή βλάβες σε όργανα στόχους και το βαθμό αυτών (υπερτροφία μυοκαρδίου, διαστολική δυσλειτουργία, καρδιακή ανεπάρκεια, υπερτασική καρδιοπάθεια, ισχαιμία μυοκαρδίου, αρρυθμίες, ανεύρυσμα αορτής)
2) Μέσω αυτής της εξειδικευμένης εκτίμησης της καρδιαγγειακής υγείας έχει τη δυνατότητα πιο πλήρους θεώρησης του συνολικού καρδιαγγειακού κινδύνου και επομένως μπορεί να κατευθύνει σωστά την περαιτέρω διαγνωστική προσπέλαση και να δώσει την ορθή εξατομικευμένη θεραπευτική αγωγή (αντιυπερτασική και μη) ,βάσει πιο ειδικών παραμέτρων (καθότι κάθε ασθενής είναι διαφορετικός).

Πώς αντιμετωπίζεται η υπέρταση;
Η καλή ρύθμιση της πίεσης είναι εξαιρετικά σημαντική διότι μειώνει αισθητά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο (αφού μειώνει τουλάχιστον κατά 40% τον κίνδυνο του εγκεφαλικού, κατά 50% τον κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας και κατά 25% το κίνδυνο εμφράγματος). Η υπέρταση αλλά και ο κίνδυνος επιπλοκών από αυτήν αντιμετωπίζονται ως εξής :
1) Δίαιτα- απώλεια σωματικού βάρους- μείωση πρόσληψης άλατος (η διατροφή έχει θεμελιώδη ρόλο στον καλό έλεγχο της αρτηριακής πίεσης).
2) Άσκηση (αερόβια άσκηση όπως περπάτημα, ποδήλατο, διάδρομο, κολύμβηση, χορό κ.α.). Η συστηματική άσκηση μειώνει αισθητά την πιθανότητα εμφάνισης υπέρτασης ενώ βοηθάει την καλύτερη ρύθμισή της σε ήδη υπερτασικούς.
3) Φαρμακευτική αγωγή (το εάν και πότε θα γίνει η έναρξη και με ποια και πόσα φάρμακα θα καθοριστεί από το θεράποντα καρδιολόγο βάσει πολλών παραμέτρων εκ του ιστορικού, της κλινικής εξέτασης , της υπερηχογραφικής μελέτης και λοιπού παρακλινικού και εργαστηριακού ελέγχου, την παρουσία βλαβών σε όργανα στόχους και άλλων εγκατεστημένων επιπλοκών ή νόσων κ.α.).
4) Ρύθμιση και των υπολοίπων παραγόντων κινδύνου (πχ διακοπή καπνίσματος, καλός έλεγχος του σακχάρου κτλ) προκειμένου να μειωθεί αισθητά και ο συνολικός κίνδυνος.